Ο «Κάιζερ» του γερμανικού ποδοσφαίρου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών έχοντας σημαδέψει το ποδόσφαιρο της χώρας του και της Ευρώπης.
Παγκόσμιος πρωταθλητής ως ποδοσφαιριστής (1974) και ύστερα ως προπονητής (1990), πρόεδρος της Μπάγερν και επικεφαλής της διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006: για περισσότερο από μισό αιώνα ο Μπεκενμπάουερ σημάδεψε την καθημερινή ζωή των Γερμανών κι έγινε ο «Κάιζερ» πολλών πτυχών της μεταπολεμικής Γερμανίας.
Είναι μια ιστορία που αγαπούσε να διηγείται ο ίδιος, ένα ανέκδοτο που επηρέασε τις μελλοντικές επιλογές του: σε ηλικία 12 ετών το παιδί από την εργατική γειτονιά Ομπερτζίνσιγκ, στα νότια της βαυαρικής πρωτεύουσας, ανακάλυψε το ποδόσφαιρο.
Το καλοκαίρι του 1958, σε ένα τουρνουά Νέων, αντιμετώπισε τον μεγάλο σύλλογο της πόλης, τη Μόναχο 1860, στην οποία εντάχθηκε αργότερα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης είχε πρόβλημα με έναν αντίπαλο παίκτη, τον Γέρχαρντ Κένιγκ, ο οποίος τον χαστούκισε.
Μετά τη συνάντηση, ο Μπεκενμπάουερ ζρνήθηκε να πάει σε «αυτό το κλαμπ των καυγατζήδων» και αφοσιώθηκε στην αντίπαλη Μπάγερν. Η αρχή μιας πολύ μεγάλης ιστορίας μεταξύ της Μπάγερν και του νεαρού Φραντς, που σε λίγα χρόνια θα γινόταν ο Γερμανός «Κάιζερ» (αυτοκράτορας).
Γεννημένος τον Σεπτέμβριο του 1945 στα ερείπια της μεταπολεμικής Γερμανίας, γιος διευθυντή ταχυδρομείου, ο Φραντς Μπεκενμπάουερ εντάχθηκε στην Μπάγερν το 1964, όταν δεν ήταν ακόμη 19 ετών, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του.
Αγωνιστικά, δημιούργησε μια εξατομικευμένη θέση, προσαρμοσμένη στο ταλέντο του: λίμπερο, έπαιζε πίσω από την άμυνά του αλλά έβγαινε τακτικά μπροστά για να δημιουργήσει υπεραριθμία στη μεσαία γραμμή, από όπου σημείωσε τα περισσότερα και τα καλύτερα γκολ του.
Αυτός ο διακεκριμένος, κομψός και πάντα αγέρωχος ποδοσφαιριστής είχε δημιουργήσει ένα εξαιρετικό ρεκόρ: τέσσερα πρωταθλήματα κι άλλα τόσα Κύπελλα Γερμανίας, δύο Χρυσές Μπάλες, τρεις συνεχείς κατακτήσεις του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, τον πρόγονο του Champions League.
Ο παράγοντας Μπεκενμπάουερ
Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας ο Μπεκενμπάουερ ασχολήθηκε με την προπονητική και επέστρεψε στην εθνική ομάδα το 1984, ως τεχνικός διευθυντής.
Δεδομένου ότι δεν είχε αναγνωρισμένη άδεια προπονητή, ενήργησε στη νεοσύστατη αυτή θέση, με έναν εθνικό προπονητή ως βοηθός προπονητή. Αρχικά στο πλευρό του Horst Köppel (1984–87), στη συνέχεια δίπλα στον Holger Osieck (1987–90).
Το πρώτο παιχνίδι της εθνικής ομάδας που βρέθηκε στον πάγκο πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1984 στο Ντίσελντορφ και έχασε 3–1 από την Αργεντινή. Ωστόσο, κατάφερε να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 με την ομάδα απέναντι στις Πορτογαλία, Σουηδία και Τσεχοσλοβακία. Παρά τα αρχικά μέτρια παιχνίδια, όπως η νίκη 0–2 με αντίπαλο τη Δανία στον προκαταρκτικό γύρο, οδήγησε την ομάδα του στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εκεί έκανε ένα από τα καλύτερα παιχνίδια της απέναντι στην Αργεντινή. Εξισορρόπησε το 0–2, ισοφαρίζοντας σε 2–2 λίγο πριν από το τέλος του παιχνιδιού για να χάσει 2–3 με γκολ της Αργεντινής στο 86ο λεπτό.
Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου 1988 στη χώρα του, η Δυτική Γερμανία ήταν ένα από τα φαβορί. Στον ημιτελικό όμως απέναντι στην Ολλανδία, η ομάδα έχασε 1–2 απέναντι στη μελλοντική πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Στην Ιταλία, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, ο Μπεκενμπάουερ έκανε το μύθο ακόμα μεγαλύτερο, καθώς ήταν ο δεύτερος άνθρωπος στον κόσμο που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ως παίκτης και προπονητής (γεγονός που ο Μάριο Ζαγκάλο της Βραζιλίας είχε επιτύχει για πρώτη φορά είκοσι χρόνια πριν, το 1970).
Η εικόνα του μετά το τέλος της απονομής (περπλανώμενος στο γήπεδο) έμεινε σε πολλές μνήμες και ίσως εξαιτίας αυτού του να απέκτησε το χαρακτηρισμό «λαμπρό φως». Στην αυτοβιογραφία του δύο χρόνια αργότερα, έγραψε ότι εκείνη τη στιγμή αποχώρησε από το ποδόσφαιρο: «Ήταν αντίο χωρίς καμία πιθανότητα επιστροφής. Δεν είχα φλόγα μέσα μου, κανένα πάθος». Παραιτήθηκε από τη θέση του μετά το τέλος της διοργάνωσης.
Κλείνοντας την παρουσία του στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, είχε αγωνιστεί σε 18 συναντήσεις τελικής φάσης και είχε την τεχνική ευθύνη σε 14, συνολικά 32 παιχνίδια επίδοση που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ.
Στην αγωνιστική περίοδο 1990–91 εργάστηκε για τη Μαρσέιγ (αρχικά ως «προπονητής», αργότερα ως τεχνικός διευθυντής) και έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου, του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης με αντίπαλο τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου, ο οποίος νίκησε στα πέναλτι, ενώ κατέκτησε το πρωτάθλημα Γαλλίας.
Προς το τέλος του 1993, ο Μπεκενμπάουερ ανέλαβε την προπόνηση και την ευθύνη για την πρώτη ομάδα της Μπάγερν για το υπόλοιπο της σεζόν. Με την ομάδα κέρδισε το γερμανικό πρωτάθλημα. Όταν ο προπονητής Ότο Ρεχάγκελ έφυγε τον Απρίλιο του 1996, ανέλαβε ξανά την ομάδα και κέρδισε τον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ απέναντι στη Μπορντό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου